apopseis / oikonomia

Επιστροφή της Ελλάδας στον 19ο αιώνα!

Γράφει ο
Σάββας Ρομπόλης

Η οριστικοποίηση του πακέτου των μέτρων των 13,5 δισ. ευρώ που αφορούν κατά κύριο λόγο περικοπές μισθών, συντάξεων, επιδομάτων και κατά δευτερεύοντα λόγο περικοπές δημοσίων δαπανών και αύξηση εσόδων από φορολογία, σηματοδοτεί για την επόμενη χρονική περίοδο στην Ελλάδα την παράταση της ύφεσης, της λιτότητας, της ανεργίας και της σοβαρής επιδείνωσης της παραγωγικής – τεχνολογικής βάσης, καθώς και του εισοδηματικού και βιοτικού επιπέδου των μισθωτών, των συνταξιούχων και των ανέργων.

Επιπλέον, οι συντελούμενες παρεμβάσεις για την εξατομίκευση του θεσμικού πλαισίου των εργασιακών σχέσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, σε συνδυασμό με τη νομοθετική μείωση του κατώτατου μισθού, εκτός από την ενδυνάμωση της ανισοκατανομής του εισοδήματος εις βάρος των μισθωτών (30% μείωση των μισθών και πραγματική υποχώρηση στα επίπεδα του 2001), παράλληλα με τη διατήρηση του επιπέδου των κερδών στα υψηλά επίπεδα του 2009, απελευθερώνουν την εργασία στη χώρα μας και την οδηγούν σε συνθήκες πλήρους εξάρτησης από το κράτος και τους εργοδότες, όπως ακριβώς κατά τον 19ο αιώνα.

Πράγματι, κατά την περίοδο αυτή (19ο αιώνας) η εργασία εξαρτημένη από το κράτος και τους εργοδότες απελευθερώνεται μετά τη βιομηχανική επανάσταση, σε σχέση με την περίοδο της φεουδαρχίας, με τη συλλογικοποίηση της δράσης των εργαζομένων και τη θεσμοθέτηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που σήμερα η στρατηγική επιλογή της τρόικας και των ελληνικών κυβερνήσεων συνίσταται στην πλήρη απορρύθμιση και την ουσιαστική κατάργησή τους. Μία τέτοια επιλογήπροσδίδει στο κράτος λειτουργία «οικονομικού ελέγχου» της εργασίας μονομερώς προς όφελος των εργοδοτών, με τη διαμόρφωση της αμοιβής της, και λειτουργία «κοινωνικού ελέγχου» στη διαδικασία διατήρησης της ελάχιστης φυσιολογικής ικανότητας της εργατικής δύναμης.

Ετσι, η δημόσια διαχείριση της εργατικής δύναμης μέσω των οικονομικών και κοινωνικών λειτουργιών του κράτους διαμορφώνει τους εισοδηματικούς και θεσμικούς όρους συμμετοχής της εργασίας στην παραγωγική διαδικασία, επιδιώκοντας την ελαχιστοποίηση της υλικής ανασφάλειας της εργατικής δύναμης και ταυτόχρονα τον περιορισμό της αμφισβήτησης της κερδοφορίας και της αναπαραγωγικής διαδικασίας.

Η παρατήρηση αυτή συνιστά, μεταξύ των άλλων, τη θεωρητική αφετηρία και την ερμηνεία απελευθέρωσης της εργασίας από το κράτος στα τέλη του 19ου αιώνα, με την έννοια της μετεξέλιξης της εργασίας και των κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες μέχρι τότε ήταν καθαρά εξαρτησιακού και ηθικού χαρακτήρα και μετά τη βιομηχανική επανάσταση μετατρέπονται σε θεμελιωμένες κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις εργασίας και κεφαλαίου.

Ετσι, η κοινωνία αποκτώντας συνείδηση του χαρακτήρα της ως βιομηχανικής, επανακαθόρισε τη φιλοσοφία της για την ευθύνη. Αυτή υπήρξε και η θεμελιώδης μεταβολή: μια ολόκληρη κοινωνία αρνείται την εξατομίκευση και μεταθέτει από τον καθένα την ευθύνη για ό,τι συμβαίνει σε κάποιον άλλον και διεκδικεί την αρχή της συλλογικότητας, υπό την έννοια ότι πρέπει η κοινωνία να προστατεύει και να αποζημιώνει τους πάντες για κάθε κίνδυνο (M. Guenaire, 2000). Κατά συνέπεια, δημιουργούνται φορείς (συνδικάτα) και θεσμοί διαπραγμάτευσης μεταξύ των κοινωνικών συνομιλητών (συλλογικές συμβάσεις εργασίας) για την ανεξάρτητη από το κράτος διαμόρφωση των αμοιβών, των όρων και των συνθηκών εργασίας, παράλληλα με τη δημιουργία μηχανισμών και την ανάληψη πολιτικών αναδιανομής του εισοδήματος (φορολογικό σύστημα, κράτος πρόνοιας) από το κράτος.

Ιστορικά, στην πορεία εξέλιξης αυτής της «δίδυμης συνύπαρξης» (ανεξάρτητες από το κράτος συλλογικές διαπραγματεύσεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας και κρατική διαχείριση του κράτους πρόνοιας) παρατηρούνται αλλαγές οι οποίες επηρεάζονται, μεταξύ των άλλων, από το μακροοικονομικό πλαίσιο της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Από την άποψη αυτή, η προαναφερόμενη «δίδυμη συνύπαρξη» της περιόδου 1936-1980 (κεϊνσιανό πρότυπο) διαφοροποιείται προς την κατεύθυνση της απορρύθμισης και της ευελιξίας της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων καθώς και της ανάληψης ατομικής ευθύνης στην κάλυψη των κοινωνικών αναγκών κατά την περίοδο 1980-2008 (πρότυπο χρηματοπιστωτικής απελευθέρωσης και κερδοσκοπίας) και ανατρέπεται μετά το 2008 (πρότυπο ορθονεοφιλελευθερισμού) με ταχείς ρυθμούς στο πλαίσιο του σχεδίου (τρόικας και κυβερνήσεων) κινεζοποίησης της ανατολικής και μεσογειακής περιφέρειας της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Κατ’ αυτή την επιλογή αντικαθίσταται η «δίδυμη συνύπαρξη» από την κρατική διαχείριση της αμοιβής εργασίας, την εξατομίκευση των εργασιακών και των συμβάσεων εργασίας, τη διεύρυνση της ευελιξίας της εργασίας και την ιδιωτικοποιημένη μετάλλαξη του κράτους πρόνοιας σε κράτος φιλανθρωπίας. Ετσι, στο πλαίσιο αυτό στην Ελλάδα και τις άλλες μεσογειακές χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης δημιουργούνται συνθήκες μετάβασης από τη σχετική ασφάλεια στην πλήρη ανασφάλεια και εξατομίκευση της εργασίας, με κεντρικό εμπνευστή επιστροφής στον 19ο αιώνα το κράτος και τις δημόσιες πολιτικές που ασκεί.

Ο Σάββας Ρομπόλης είναι καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου, επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ

Πηγή: Τα Νέα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s